Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009


Το 2001 η Αργεντινή ξεπουλήθηκε μέσα σε μια νύχτα σε ξένα συμφέροντα και κήρυξε πτώχευση ως έθνος. Οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας δικαιοσύνη, προσπαθώντας να προστατεύσουν τα χρήματά τους και τις οικονομίες τους που εξαφανίζονταν μπροστά στα μάτια τους. Ολόκληρο το οικονομικό σύστημα κατέρρευσε και αμέτρητοι εργαζόμενοι και εργάτες έχασαν τις δουλειές τους. Εταιρίες και εργοστάσια έβαλαν λουκέτο και απλά αφέθηκαν στην τύχη τους. Μερικά χρόνια αργότερα, απεγνωσμένοι από την ανεργία και την τρέχουσα απελπιστική κατάσταση, οι εργάτες κάποιων εργοστασίων εφάρμοσαν ένα νέο τρόπο λειτουργίας: έσπασαν τα λουκέτα, κατέλαβαν τα εργοστάσια και άρχισαν να τα λειτουργούν μόνοι τους ως αυτόνομες συνεταιριστικές ομάδες. Οι αποφάσεις ψηφίζονταν από συνελεύσεις του συνόλου των εργαζομένων όπου όλοι είχαν δικαίωμα ψήφου. Με τον καιρό, όλο και περισσότερα εργοστάσια άρχισαν να επαναλειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, προτείνοντας έτσι μια νέα μορφή οικονομίας στην αποδεκατισμένη χώρα. Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί τους εργάτες του εργοστασίου ανταλλακτικών αυτοκινήτων Forja και τις προσπάθειές τους για δικαίωση και για ένα καλύτερο μέλλον. Το ντοκιμαντέρ των δύο Καναδών δημοσιογράφων Avi Lewis (σκηνοθεσία) και Naomi Klein (σενάριο), που συνάντησε θερμή υποδοχή σε όποιο φεστιβάλ κι αν προβλήθηκε, είναι μια απόπειρα παρουσίασης ενός νέου τρόπου λειτουργίας των υπό πτώχευση κλειστών εργοστασίων στην πολυπαθούσα Αργεντινή. Οι δημιουργοί του προσεγγίζουν το θέμα με απλότητα, δίνοντάς του μια χρονική διάρθρωση που ακολουθεί τα γεγονότα, προσφέροντας έτσι μια ψευδαίσθηση δραματουργικής αφήγησης. Δίχως να είναι φλύαρο, ακολουθεί τους εργάτες στις προσπάθειές τους, αφήνοντας πολλές φορές την εικόνα να μιλήσει από μόνη της. Ταυτόχρονα με τους εργάτες του εργοστασίου Forja, οι Lewis και Klein προσπαθούν να αποδώσουν και το γενικότερο πλαίσιο της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στη χώρα, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην πιθανή επανεκλογή του προέδρου Carlos Menem, υπεύθυνου για την κατάρρευση και υποστηρικτή των εργοστασιαρχών, που πιθανώς ν' αποβεί ιδιαιτέρως επικίνδυνη για το νέο σύστημα που προτείνουν οι εργάτες. Όμως, παρά τις καλές προθέσεις του, το «The Take» χάνει τη δυναμική του από την έλλειψη ξεκάθαρου στόχου και δεν καταφέρνει ν' αποφύγει μερικές απλοποιήσεις των αιτίων που οδήγησαν στα γεγονότα, χρωματίζοντας πολύ εύκολα τους 'καλούς' και τους 'κακούς'. Μια πιο προσεκτική και διεισδυτική προσέγγιση κρίνεται σίγουρα απαραίτητη όταν κανείς ασχολείται με ένα τόσο καινοτόμο και 'επαναστατικό' θέμα, έτσι ώστε να είναι ευκρινείς οι ουσιαστικοί λόγοι που οδήγησαν στο πρόβλημα που παρουσιάζεται. Επιπλέον, θα μπορούσαν να λείπουν και μερικοί μελοδραματισμοί (όπως εργάτες που δακρύζουν όταν μπαίνουν στο εργοστάσιό που δούλευαν μετά από τρία χρόνια ανεργίας) οι οποίοι αποσκοπούν στο να φορτίσουν συναισθηματικά το θεατή και να τον παρασύρουν σε μια αβίαστη πολιτική επιλογή. Μια καλοδουλεμένη επιχειρηματολογία θα είχε καλύτερα - και πιο 'τίμια' - αποτελέσματα. Γενικά, το «The Take» είναι ένα ντοκιμαντέρ που παρακολουθείται... ευχάριστα, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα προς όφελός του.